βββχω
Είναι παγκοσμίως
γνωστή η σύνδεση του Θουκυδίδη με την «Ρεαλιστική Σχολή» των Διεθνών Σχέσεων. Η
αμερικανική, εν γένει αγγλοσαξωνική, η γαλλική ή η γερμανική ρεαλιστική σχολή
συνδέει την ανάγνωση του Θουκυδίδη με τον Μακιαβέλι και εκείθεν με την βιβλική
Αμερική (ή την ρωμαιογερμανική Ευρώπη) και προφανώς διαθέτει εδραίο
πραγματισμό. Ο Νεοέλληνας αναγνώστης της θουκυδίδειας ιστορίας δεν έχει ούτε
Μακιαβέλι ούτε Βίβλο και θα πρέπει μοιραία να διαβάσει τον Θουκυδίδη τραγικά.
Επείγει να διαβάσουμε τον Θουκυδίδη με ελληνικό τρόπο, να διαβάσουμε δηλαδή του
λόγους για τους οποίους η Ελλάδα - όπως λέγεται και από επίσημα χείλη- θα είναι
μόνη κι έρημη την στιγμή της σύγκρουσης με την Τουρκία. Αυτό που λησμονείται
από ελληνικής πλευράς στην περίπτωση του Θουκυδίδη είναι ότι ο πόλεμος που
περιγράφει είναι ένας εμφύλιος πόλεμος Ελλήνων, ενώ για τους μακιαβελικούς,
τους χομπσιανούς, τους βιβλικούς της αλλοδαπής είναι μια ανάγνωση των Διεθνών
Σχέσεων με γνώμονα την επέκταση της εξωτερικής κυριαρχίας και την διασφάλιση της
εσωτερικής κοινωνικής ειρήνης των χωρών τους. Το «Δέος», η «Τιμή», η «Ωφέλεια»
(«Ιστορίαι» Α 76) που προβάλλει ως ιστορική πανάκεια η ρεαλιστική σχολή των
Διεθνών Σχέσεων συνοδεύεται από την φράση «υπό των μεγίστων νικηθέντες».
Κοντολογίς, οι Αθηναίοι παρουσίαζαν στους Σπαρτιάτες εκείνα τα πάθη στα οποία
δεν μπορούσαν να αντισταθούν και είναι ακριβώς αυτά τα πάθη που τους οδηγούσαν
στην ήττα. Οι Αθηναίοι διέβλεπαν σιβυλλικά τη φρενήρη πορεία τους προς τον
όλεθρο. Ο τρόπος με τον οποίο ο ελληνικός γεωστρατηγικός «Νεορεαλισμός»
παρουσιάζει την Θουκυδίδεια λογική είναι μια συνταγή ήττας. Το ίδιο φυσικά
ισχύει και για τους «Ιδεαλιστές», της «Ήπιας Ισχύος». Ένεκα της σχεδόν
μηδενικής εξωτερικής ισχύος της Ελλάδας, οι «Ιδεαλιστές» προσφεύγουν σε έναν
αντίστροφο ρεαλισμό, αυτόν της άνευ όρων υποχώρησης, ενώ τελικώς συντάσσονται
ασμένως με τους θουκυδίδειους στο φυσικό δίκαιο του δυνατού έναντι του
αδυνάτου, σε ό,τι αφορά την εσωτερική ελληνική πολιτική. Και έτσι φτάνουμε στον
πυρήνα του αδιεξόδου της υψηλής στρατηγικής στην Ελλάδα, ο οποίος, θεμελιωδώς,
είναι ένα πρόβλημα εσωτερικής πολιτικής. Είναι γνωστή η μαζική εξόντωση των
Μηλίων από τους Αθηναίους. Ο Θουκυδίδειος Νεοέλλην Ρεαλιστής παρουσιάζει το
ιστορικό γεγονός ως άφευκτη, προαιώνια αλήθεια της ισχύος στις ανθρώπινες και
διεθνείς σχέσεις. Για έναν Αμερικανό στρατηγιστή η σχέση των Αθηναίων με τους
Μηλίους είναι η σχέση της Αμερικής με την Σερβία, το Αφγανιστάν, την Βόρεια Κορέα
κ.τ.λ., επ’ ουδενί, ωστόσο, η σχέση της Νέας Υόρκης με την Αϊόβα ή της
Ουάσινγκτον με την Ινδιανάπολη. Αλλά για τον Έλληνα στρατηγιστή η Αθήνα είναι η
πρωτεύουσα της Ελλάδας και η Μήλος ανήκει στην ελληνική επικράτεια, τουτέστιν η
σχέση αυτή είναι η συμβολική σχέση του ελληνικού κράτους με την περιφέρειά του,
η σχέση του ελληνικού κράτους με τον πολίτη του και τον λαό του, του πολίτη με
τον πολίτη, του Στρατού με τους πάντες. Οι σχέσεις αυτές - ακριβώς από την
εποχή του Θουκυδίδη- δεν υπήρξαν ποτέ εθνικές αλλά παρέμειναν εσαεί φυλετικές.
Τουτέστιν η ελληνική πολιτική σκέψη δεν υιοθέτησε ποτέ την εξισωτική λογική του
Έθνους – Κράτους και των πολιτών του, αλλά προέκρινε αενάως την φυσική σχέση
Κυρίου και Δούλου, ενός «φυσικού» Έθνους, ενός φυλετικού –δωρικού- μορφώματος
που ήταν ακριβώς αδύνατον να συμπήξει Κράτος. Το ελληνικό πολιτικό πρόταγμα
εδράζεται στην φυσική επικράτηση και επιβολή του Κράτους έναντι του Πολίτη και
την αυτοσυντήρηση μιας κυρίαρχης σέκτας «πολιτών» που ελέγχει τα ενδότερα και
τις παρυφές του κράτους. Οι υπόλοιποι, οι είλωτες, πασχίζουν να επιβιώσουν
εκτός της προστατευτικής αγκάλης του κράτους και αργά ή γρήγορα βρίσκονται
μπροστά σε μια κτηνώδη ιδιωτική κοινωνία που κατατρύχεται από την αυθαιρεσία
των «Δυνατών» και υποστηρίζεται ηθικά από το Κράτος και τους παροικούντες του.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι πολλοί «Ρεαλιστές» είναι και νεοφιλελεύθεροι
«μνημονιακοί»: η κατίσχυση της Γερμανίας επί της Ελλάδας ήταν μεταφορικά η
επιβολή των «ισχυρών» Αθηναίων έναντι των «αδύναμων» Μηλίων. Ούτε τυχαία είναι
η στάση του νεοέλληνα «Ρεαλιστή» έναντι των Τούρκων: καθώς ο Ρεαλιστής θεωρεί
εαυτόν προέκταση του Ευρωπαίου και με την άδεια και την δύναμη του ατλαντικού
«Δυτικού» διατηρεί την ελληνική κοινωνία υπό φυλετικό καθεστώς (σε αντίθεση με
τις «εθνικά» δομημένες δυτικές κοινωνίες) δεν μπορεί παρά να βλέπει την Τουρκία
ως κατώτερη πολιτισμικά χώρα. Προσπαθεί δηλαδή ως πληρεξούσιος μεσάζων να
μεταφέρει την σχέση Αθηναίων – Μηλίων (δηλαδή την σχέση της Δύσης με τους
Νεοέλληνες) παραπλεύρως προς την Τουρκία. Είναι ρεαλιστική αυτή η νοοτροπία;
Προφανώς όχι... Αυτήν την στιγμή, το, κατά Κλαούζεβιτς, «κέντρο βάρους» της
ελληνικής στρατηγικής εντοπίζεται ακριβώς στην έκτακτη επίταση που έλαβε η
«φυλετική» δομή του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας κατά την
διάρκεια της «Κρίσης» και του Μνημονίου. Η κρίση έπληξε ακριβώς αυτούς που είχαν
μείνει κατά την διάρκεια της μεταπολίτευσης εκτός κράτους και εκτός ευημερούσας
ιδιωτικής κοινωνίας και οικονομίας. Από το «ένα τρίτο» της πληγείσας ελληνικής
κοινωνίας προέρχεται ο εργαζόμενος κι ο στρατιώτης κρίσιμων στρατιωτικών
μονάδων. Τα «δύο τρίτα» των «νικητών» της Μεταπολίτευσης έχουν εγκαθιδρύσει ένα
δικομματικό παιχνίδι, το οποίο συνιστά αυτό που ο Τοκβίλ ονόμαζε «δικτατορία
της πλειοψηφίας». Έτσι το πολιτικό σύστημα είναι ακίνητο, βαλτώδες και
φαντάζει, διαχρονικά, ως ο πλέον «σεσημασμένος» στόχος στην στρατηγική αλυσίδα
της χώρας. Αν λάβουμε μάλιστα υπ’ όψιν την κατάσταση του κέντρου της Αθήνας,
την εμφανή κοινωνική κατάπτωση και εξαθλίωση χώρων και ανθρώπων μπορούμε
ευχερώς να κατανοήσουμε την βαθύτερη ιδέα δυνάμει της οποίας η πόλη αυτή επιλέχθηκε
ως πρωτεύουσα: έπρεπε αρχήθεν να αποτελεί εσαεί το κύριο «Θέατρο Πολέμου» σε
οποιαδήποτε επιβουλή κατά της χώρας. Κανένας «αστικός αγώνας», κανένα MOUT
(Military Operations in Urban Terrain) δεν θα δυνηθεί να άρει τις συνέπειες που
θα προκύψουν από την διάρρηξη της κατά Κλαούζεβιτς «Δευτέρας Αγίας Τριάδας»
(Πολιτική ηγεσία, Στρατός, Λαός). Κανένας επιχειρησιακός ή τακτικός θρίαμβος
στα μεθόρια δεν θα μπορέσει να αναπληρώσει την αποκεφαλισμένη στρατηγική της
χώρας, όταν θα ενσκήψει η «Ώρα της Αλήθειας».